
Υπομονετικά ανέμενα να περάσει η ώρα. Κάτι είχε παιχτεί, κάτι θα παιζόταν, κάτι με προβλημάτιζε.
Καλοκαίρι, αρχές δεκαετίας του '90. Στα παραθαλάσσια θέρετρα της Β. Ελλάδας, το Σαββάτο ήταν σημαντική ημέρα. Η μητέρα όλων των μαχών. Ψάχναμε για καθαρό τι σερτ, μπλου τζιν, ανοίγαμε το κουτάκι με τα προφυλακτικά και πετούσαμε το ένα, και καλά ότι το χρησιμοποιήσαμε (έλα ρε φίλε, με την Τσέχα που χόρευε στην πίστα, ναι ναι αυτή, έφυγες και δεν με πρόλαβες μαζί της).
Η ώρα περνούσε και περίμενα την παρέα. Είχα βάλει και τη κολόνια τη Κόστα Μπράβα (respect), θεωρούσα ότι ήμουν έτοιμος για τη μεγάλη βραδιά. Κινητά δεν υπήρχαν, ακόμα και τα σταθερά δεν ήταν δεδομένα σε όλα τα σπίτια. Βασικά δεν υπήρχε καν η έννοια του σταθερού.
Περίμενα, περίμενα, η ώρα περνούσε κι άλλο. Εκεί που έμενα ήταν κανένα μισάωρο περπάτημα από τη Ντίσκο, και αν κατέβαινα με το ποδήλατο, δεν θα είχα που να το αφήσω. Σκέφτηκα, να πάω μέχρι το σπίτι ενός παιδιού από την παρέα, δεν ήταν μακριά. Η μητέρα και ο πατέρας του ήταν στο μπαλκόνι, τρώγανε καρπούζι με τυρί. Μου είπαν ότι ο φίλος είχε φύγει μαζί με τα άλλα παιδιά, τους είχαν πάρει κάποιες κοπέλες με το αυτοκίνητο. Μου είπαν αν ήθελα να τσιμπούσα λίγο καρπουζάκι. Αλλά δεν είχα όρεξη.
1 comment:
giati oxi karpouzaki me tyri...htan kalokairi..h kaluterh lixoudia..
problhmatismenos h ntropalos 8a elega
Post a Comment