Το να ξεκινήσεις μια πρόταση με το «τελικά», απαιτεί καντάρια θάρρους.Θέλει να έχεις φτάσει και στο τέλος μιας διαδρομής, της όποιας διαδρομής. Αλλά και να παραδεχτείς ότι η διαδρομή έφτασε στο τέλος της, και αυτό θάρρος δεν απαιτεί? Πως μπορείς να βάλεις ένα τέλος αν αυτό δεν βιολογικό. Αλλά ακόμα και τότε, είσαι σίγουρος για το τελικά που θα πεις? Και πως θα το πεις?
Αλλά όχι μόνο.
Θέλει και εξυπνάδα, εξυπνάδα να αναγνωρίσει κάποιος το τέλμα του ή την ουτοπία του. Συχνά και τα δύο παράλληλα και ακόμα συχνότερα και τα δύο ταυτόχρονα. Πως μπορείς να πεις ότι τελικά θα ζήσω για όλη μου τη ζωή με κάποια, με την όποια.
Υπάρχει μια ακόμα δυσκολία. Η οποία ίσως να δίνει και διέξοδο. Από μόνη της η αντίφαση έχει το ενδιαφέρον της. Η πονηριά, λοιπόν, του να πει κάποιος το τελικά, κρατώντας τη πισινή να το μετατρέψει στη πορεία σε αρχική ή ενδιάμεση κρίση.
Δεν είναι δύσκολο. Σε κάθε περίπτωση η αλήθεια πρέπει να λέγετε ανεξάρτητα, ίσως και χάριν, των συνεπειών της. Άρα η αντίφαση ας μείνει στα μυαλά όσων ενδιαφέρονται.
Ήξερα κάποιον που θα έλεγε ότι θέλει και κουράγιο, αλλά τελικά δεν ήξερε τι έλεγε και τον προσπερνώ δίχως να με προβληματίζουν οι προβληματικές του.
Τελικά ήταν καλή η γκόμενα, τελικά ο Μπαγιεβιτς είναι μεγάλος προπονητής, τελικά ο φίλος δεν άξιζε, τελικά ο σοσιαλισμός δεν ήταν υπαρκτός, τελικά αυτή η σχέση ήταν η καταστροφή.