Saturday, October 13, 2007

Τελικά

Το να ξεκινήσεις μια πρόταση με το «τελικά», απαιτεί καντάρια θάρρους.
Θέλει να έχεις φτάσει και στο τέλος μιας διαδρομής, της όποιας διαδρομής. Αλλά και να παραδεχτείς ότι η διαδρομή έφτασε στο τέλος της, και αυτό θάρρος δεν απαιτεί? Πως μπορείς να βάλεις ένα τέλος αν αυτό δεν βιολογικό. Αλλά ακόμα και τότε, είσαι σίγουρος για το τελικά που θα πεις? Και πως θα το πεις?

Αλλά όχι μόνο.
Θέλει και εξυπνάδα, εξυπνάδα να αναγνωρίσει κάποιος το τέλμα του ή την ουτοπία του. Συχνά και τα δύο παράλληλα και ακόμα συχνότερα και τα δύο ταυτόχρονα. Πως μπορείς να πεις ότι τελικά θα ζήσω για όλη μου τη ζωή με κάποια, με την όποια.

Υπάρχει μια ακόμα δυσκολία. Η οποία ίσως να δίνει και διέξοδο. Από μόνη της η αντίφαση έχει το ενδιαφέρον της. Η πονηριά, λοιπόν, του να πει κάποιος το τελικά, κρατώντας τη πισινή να το μετατρέψει στη πορεία σε αρχική ή ενδιάμεση κρίση.
Δεν είναι δύσκολο. Σε κάθε περίπτωση η αλήθεια πρέπει να λέγετε ανεξάρτητα, ίσως και χάριν, των συνεπειών της. Άρα η αντίφαση ας μείνει στα μυαλά όσων ενδιαφέρονται.

Ήξερα κάποιον που θα έλεγε ότι θέλει και κουράγιο, αλλά τελικά δεν ήξερε τι έλεγε και τον προσπερνώ δίχως να με προβληματίζουν οι προβληματικές του.

Τελικά ήταν καλή η γκόμενα, τελικά ο Μπαγιεβιτς είναι μεγάλος προπονητής, τελικά ο φίλος δεν άξιζε, τελικά ο σοσιαλισμός δεν ήταν υπαρκτός, τελικά αυτή η σχέση ήταν η καταστροφή.

Thursday, September 6, 2007

Τα έπιασες...

Εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του '80 η πολιτικοποίηση ήταν, το λιγότερο, έντονη.
Σκάνδαλο Κοσκωτά, Ειδικό δικαστήριο λίγο αργότερα, Εισαγγελέας Κόκκινος, πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Τους δεκατετράχρονους όμως στη Θεσσαλονίκη λίγο τους απασχολούσε αυτό το όλο σκηνικό. Ένα πολιτικό πρόσωπο δέσποζε στις συζητήσεις τους. Μια ερώτηση πλανιόταν ωσάν αραχνοΰφαντο πέπλο σε κάθε πάρκο, στα ηλεκτρονικά μεταξύ του Μπούμπλε και του Νταμπλ Ντράγκον, στους δρόμους της πόλης πριν το γήπεδο.

Ρε συ, τα έπιασες τα τρία του Κούβελα?

Τα πρώτα δορυφορικά κανάλια στις συχνότητες της έγχρωμης πια τηλεόρασης ήταν γεγονός και ταυτόχρονα προάγγελος της (τρομάρα μας) ελεύθερης ιδιωτικής τηλεόρασης. Ο περί ου ο λόγος δήμαρχος τότε -θυμίζω για τους νεαρότερους- και η Θεσσαλονίκη η πρώτη πόλη που δεχόταν το ευεργέτημα.

Μεταξύ αυτών των τριών πρώτων δορυφορικών καναλιών δέσποζε το θρυλικό RTL. Ποικίλης ύλης το πρόγραμμα του, γερμανόφωνο το κανάλι, με έδρα -θαρρώ- το Λουξεμβούργο. Μικρή σημασία είχαν τούτα, μικρή σημασία μέχρι να πάει 1:30 μετά τα μεσάνυκτα. Το πρόγραμμα του καναλιού μετέδιδε εκείνη την ώρα, κάθε μέρα εκείνη την ώρα, ταινίες ερωτικού-εκπαιδευτικού περιεχομένου.
Σεξοκωμοδίες της πλάκας (ίσως ούτε καν αυτής) ήταν οι περισσότερες αλλά στο τηλεοπτικό τοπίο του Θεάτρου της Δευτέρας, του Γιώργου Κωνσταντίνου και της Ελληνικής Ταινίας του Σαββατόβραδου ήταν ένα θέμα. Μικρό η μεγάλο, ήταν ένα θέμα.
Δεκατετράχρονοι με ακμή και περίσσιο κέφι για ζωή περίμεναν καρτερικά σκαρφιζόμενοι χίλιες δύο δικαιολογίες ώστε να μείνουν ξάγρυπνοι. Το επίσης δορυφορικό Supersport έπαιζε εκείνη την ώρα αγώνες κατς. Οι νεαροί προέκυπταν θιασώτες και άριστοι γνώστες των τεχνικών του περίεργου αθλήματος και οι γονείς να παραξενεύονται που τα καμάρια του ξενυχτούσαν για να δουν αυτούς τους σκληρούς ως βάρβαρους αγώνες.
Θα είναι οι αντρικές ορμόνες, ορμήνευαν. Της ηλικίας.

Σίγουρα...

Thursday, August 30, 2007

Κρίμα ρε γαμώτο...

Ρε Μάνα, κλείσε την τηλεόραση. Με ζάλισες από το πρωί.

Στα 30 του ο Πετράκης έμενε με τους γονείς του, σε ένα ρετιρεδάκι στη Νεάπολη.
Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τα μαθήματα, με τις γυναίκες, με τη δουλειά, και με πολλά άλλα τινά.
Ο πατέρας του ήταν υδραυλικός και εκεί δίπλα του, από κοντά, κούτσου κούτσου, την έμαθε την τέχνη. Δεν δούλευε πολύ, ίσα για να μη φωνάζει ο πατέρας του, ίσα για να μη ζητά ακόμα χαρτζιλίκι. Κούτσου κούτσου.

Είχε πάρει την άδεια του αργά τον Αύγουστο, δεν είχε να πάει και πουθενά, το σαββατοκύριακο που πέρασε βολτάρισε στο αυθαιρετάκι στη Χαλκιδική, μακριά από τον κόσμο. Αυτό ήταν και όλο. Το απόγευμα της Κυριακής που γύρισε σπίτι, έπεσε για αμέσως για ύπνο με πρόγραμμα συνεχίσει τη σιέστα του ως το μεσημέρι της Δευτέρας. Αλλά η μητέρα του με την τηλεόραση στο τέρμα τον ενοχλούσε.

Τι βλέπεις ρε μάνα, αμάν, κλείστην.
Βρε σήκω να δεις, καίγεται η Ελλάδα! Οι αλήτες την έκαψαν.
Ποιοι ρε μάνα, τι λες.

Σηκώθηκε ο Πετράκης, είδε με ανοικτό το στόμα τις φωτιές που έκαιγαν. Παντού φωτιές, φωνές, δημοσιογράφοι.
Που είναι αυτό ρε Μάνα, που είναι η Ζαχάρω?
Στη Πάτρα πρέπει να είναι, στη Πελοπόννησο, αποκρίθηκε η μητέρα του.
Α! Για τη Χαλκιδική? Άκουσες τίποτα?
Τίποτα, ευτυχώς τίποτα.
Σα να ηρέμησε κάπως. Έβλεπε με το πρόσωπο χωμένο μέσα στα χέρια του, και μονολογούσε.
Απίστευτο, τόσοι νεκροί, απίστευτο. Κρίμα ρε γαμώτο.
Ρε ποιοι το κάνουν?
Οι αλήτες, οι πυρομανείς και οι οικοπεδοφάγοι.
Μπορεί να είναι και ξένοι ρε μάνα. Απίστευτο, επαναλάμβανε διαρκώς.

Σε μια στιγμή κτύπησε το κινητό του.
Απόκρυψη! Το σήκωσε κάπως προβληματισμένος. Ήταν ο φίλος του ο Νικόλας. Δεν είχε και πολλούς φίλους, αλλά ο Νικόλας ήταν σταθερή αξία.
Τι έγινε ρε, γιατί βγάζει απόκρυψη το κινητό σου, τι βρομιά έκανες πάλι. Ύποπτος. Πότε θα σε πάρει χαμπάρι η άλλη...
Βλέπεις τι λένε στη τηλεόραση ρε, νεκροί και φωτιές, άσε έχω στεναχωρηθεί ρε συ.
Να πάμε για καφέ, τι ώρα? ΟΚ, θα περάσεις εσύ? Άντε να δούμε μήπως και γεμίσει η πόλη, να δούμε και κανένα κορμί.


Μάνα, πάω για καφέ, μπορεί να τσιμπήσω και κάτι.
Να γυρίσεις νωρίς, έκανα γεμιστά με κιμά. Για σένα τα έκανα!

Δεν απάντησε. Ετοιμάστηκε, φόρεσε ένα σιδερωμένο τζινάκι και ένα ασιδέρωτο πουκάμισο
Περίμενε και μονολογούσε.
Κρίμα ρε γαμώτο.

Tuesday, June 12, 2007

Ο Πύργος


Κάποια στιγμή, σε μια χώρα, σχετικά μακριά, υπήρχε ένας πύργος.

Ο πύργος αυτός ήταν δίπλα στη θάλασσα και όλοι οι επισκέπτες έλεγαν τι ωραίος που ήταν, πόσο διαλεχτά ήταν τα υφαντά και τα στολίδια του.

Έλεγαν τι τυχερός είναι ο κτήτορας και η δεσποσύνη του, που τέτοιο πύργο δίπλα στη θάλασσα, ορίζουν.

Όμως μόνο αυτοί ήξεραν πόσο μάταια είναι όλα τούτα και ότι ο πύργος αυτός κάποια στιγμή θα γκρεμιστεί και θα παρασύρει όσους έχουν την ατυχία να είναι μέσα.

Friday, June 8, 2007

Ο Ιατρικός Επσκέπτης


Έκλεισε τα μάτια του και έκανε να κοιμηθεί. Γύρω του φωνές, ακτίδες, σκιές. Τα ξενοδοχεία της επαρχίας ήταν το δεύτερο σπίτι του. Ίσως και το πρώτο.

Συλλογιζόταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει την τύχη του, την ατυχία του καλύτερα. Κάθε φορά που γνώριζε κάποια θα τον ρωτούσε αν ήταν παντρεμένος. Λες και το μυριζόταν από χιλιόμετρα πέρα.
Βέρα δεν φορούσε ποτέ, μα αν τον ρωτούσαν δεν μπορούσε να πει ψέματα. Είμαι, έλεγε και έφευγε. Η άλλη.

Αρκετά χρόνια δούλευε ως Ιατρικός Επισκέπτης. Πλασιέ φαρμάκων ήταν, αλλά ακουγόταν καλύτερα αυτό το Ιατρικός. Έτσι βρέθηκε άλλη μια φορά στην επαρχία. Γυρνούσε όλο το πρωί τα ιατρεία του νομού, ξεκουράστηκε όσο ήταν αυτό δυνατόν στο φτηνό ξενοδοχείο, είδε μια ταινία στο PAY TV και το βράδυ είπε να πιει ένα ποτό. Φόρεσε σπορ ρουχαλάκια, τον είχαν κουράσει τα κουστούμια που τον ανάγκαζε να φορά η εταιρία. Οι γραβάτες και όλοι αυτοί οι γιατροί που τον είχαν στο περίμενε. Ένα ΔΙΚΑΤΣΑ μακριά από την επιτυχία. Μια Παθολογία. Πόσο τον κούρασε αυτή η Παθολογία.

Πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του, όλα καλά να της πει, πόσο δύσκολα είναι μακριά της να της πει.
Η πόλη ήταν ωραία (δεν είχε ξαναέρθει), η πλατεία δεν ήταν και μεγάλη, είχε και φοιτήτριες, παντού φοιτήτριες. Διάλεξε ένα μπαράκι με σχετικό συνωστισμό.
Μια χαμογελαστή κοπέλα, φοιτήτρια και αυτή θα ορκιζόταν, του πήρε παραγγελία.
Το βλέμμα του δεν το πήρε. Το είχε πάρει ήδη μια μελαχρινή, σαν οπτασία, από την άκρη του μπαρ.
Το είχε αποφασίσει για σήμερα, θα έκανε ότι έπρεπε. . .
Του χαμογέλασε και αυτός έφυγε προς το μέρος της.

Γιώργος, είπε.
Χάρηκα, Στέλλα.
Από εδώ είσαι Στέλλα? Επανέλαβε το όνομα της, μάλλον για οικειότητα.
Όχι Γιώργο, είμαι φοιτήτρια, λέω να τελειώνω φέτος. Νομική. Εσύ?
Εγώ είμαι Ιατρικός Επισκέπτης. Από την Αθήνα είμαι.
Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
Δουλεύω σε πολυεθνική και με έστειλε εδώ για να κλείσω κάποιες μεγάλες δουλείες.
Γιώργο!
Τον κοίταξε στα μάτια.
Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Είσαι παντρεμένος?
Σαν να τον κτύπησε ρεύμα. Μας πως ήταν δυνατό, έχει καμιά ταμπέλα πάνω του. Ήταν δυνατόν η δεύτερη ερώτηση της να είναι αυτή. Δεν μπορεί να συμβαίνει. Αλλά ήταν αποφασισμένος αυτή τη φορά. . .
Όχι, πως σου ήρθε αυτό, είπε και χαμογέλασε.
Κρίμα Γιώργο, μου αρέσουν οι παντρεμένοι. Προσφέρουν τόσα και δεν έχουν απαιτήσεις. Απλά μου το έβγαλες κάπως.
Θέλησε να πει μια κουβέντα. Τη γνωστή τελευταία κουβέντα, αυτή που όταν δεν τη λες σκέφτεσαι ότι έπρεπε να την πεις και όταν τη λες αναρωτιέσαι γιατί το έκανες.
Σε χαιρετώ Γιώργο, τον σταμάτησε. Καλή διαμονή στη πόλη μας.
Έφυγε.

Tuesday, June 5, 2007

Το Μαύρο Θέατρο της Πράγας και το Μπαλέτο της Μόσχας



O Γιάννης ήταν πάντα ελιτιστής, τώρα κοντά στα 40 το διαλαλούσε παντού. Το σύνθημα του ήταν: δεν υπάρχει πιο ανήθικη άποψη από αυτή που λέει ότι όλοι είμαστε ίσοι.
Με πολύ καλές σπουδές, εύστροφος, δραστήριος, άφησε τη σιγουριά του δημοσίου για μια, καλή ομολογουμένως, θέση σε μεγάλη εταιρία. Παντρεμένος σχεδόν δέκα χρόνια με μια εντυπωσιακή και εξόχως μορφωμένη κοπέλα, στέλεχος και αυτή σε ασφαλιστικό οργανισμό, είχε τα πάντα στα χέρια του.

Τον ξέρω κοντά στην πενταετία, το ότι διατηρήσαμε μια κάποια επαφή, δεν νομίζω να με έβαλε ποτέ στην ελίτ του. Τον έβλεπα συχνά στο δρόμο, στην Κολόμβου τις περισσότερες φορές. Πάντα με κουστουμάκι ατσαλάκωτο, με τον χαρτοφύλακα του, να μιλά στο κινητό παλαιότερα, στο χαντς φρι μετά, στο μπλου τουθ πλέον.
Πάντα θα βγάλει μια ψηφιακή μηχανή από την τσάντα του, πάντα διαφορετική. Θα μου δείξει τις φωτογραφίες από το φράγμα του Ασουάν, το Σινικό Τοίχος, τα αγάλματα του Νησιού του Πάσχα. Τελευταία μου τα δείχνει και στο κινητό του, που έχει και μηχανή δεν ξέρω και γω πόσα μεγκαπίξελ.

Έτσι τον πέτυχα προχθές, με το κουστουμάκι του το ατσαλάκωτο, με φώναξε και χαιρετηθήκαμε εγκάρδια.
Τι κάνεις φίλε μου, γιατί δεν κανονίζουμε να πάμε σε καμιά παράσταση. Θα έρθει το Μαύρο Θέατρο της Πράγας σε κανένα μήνα. Να κανονίσουμε γιατί είναι η καλή η ομάδα, όχι εκείνη που είχε έρθει πρόπερσι. Τους έχω δει και στο Λονδίνο.
Που λες, τίποτα δεν είναι τυχαίο στις επιχειρήσεις. Πάρε παράδειγμα το τζιν σου, πως τα καταφέρνει αυτή η εταιρία και επιβιώνει τόσες δεκαετίες, ενώ η τιμή του προϊόντος δεν είναι ανάλογη της ποιότητας. Μάρκετινγκ είναι η απάντηση.
Συμφώνησα μαζί του, χωρίς να έχω την διάθεση να του πω ότι το αγόρασα από τα Κινέζικα. Και αυτοί επιβιώνουν. Άλλαξα θέμα.
Τι κάνει η γυναίκα σου Γιάννη, τον ρώτησα, που θα την πας το καλοκαίρι.
Χωρίσαμε, έχει κανένα τρίμηνο. Τι να σου πω, μεγάλη ιστορία. Δεν πήγαινε άλλο.Τώρα μένω με ένα είκοσιπεντάχρονο, κορμί από τα μπαλέτα της Μόσχας, δούλευε στο κυλικείο της εταιρίας, αλλά την σταμάτησα φυσικά. Άλλο πράγμα, εμπειρία ζωής, ότι θέλει με κάνει. Πρέπει να φύγω, θα σε πάρω να πάμε θέατρο, έτσι? Τα λέμε φίλε μου.

Saturday, June 2, 2007

Δύο τεκίλες κίτρινες σε χαμηλό


Ήταν λίγο γεμάτη, ήταν λίγο πάνω από τα 40. Όχι πολύ, μα αρκετά για να της χαλάει τη διάθεση.
Ο άντρας της όλο γκρίνιαζε, δεν είσαί όπως όταν σε γνώρισα, θυμάσαι πως ήσουν τότε στη Θάσο. Τότε, όμως, ήταν 22, το φαντάζεσαι, 22!

Είχε φύγει πάλι ο άντρας της, πάλι για ψάρεμα, πάλι με εκείνο τον εκνευριστικό τον φίλο του, πάλι μόνη Σαββάτο βράδυ.
Έτσι, όταν ήρθε η πρόταση για ένα ποτό (ένα αθώο ποτό στο κάτω κάτω), ένα ποτό με μια παλιά φίλη, δεν είχε λόγους να αρνηθεί. Ένα ποτάκι.

Δεν ήξερε ούτε καν να παραγγείλει. Ένα χυμό, πήγε να πει, την αγριοκοίταξε η φίλη της. Ένα B52 τότε, ένα μπλου κορακάου με σπραιτ, οτιδήποτε βρε Μαρία. Για την παρέα ήρθα, λίγο θα κάτσουμε, έτσι?
Δύο τεκίλες κίτρινες σε χαμηλό με λίγο πάγο, πρόλαβε η φίλη.

Και ήρθαν τα πρώτα σφηνάκια, τα πρώτα γελάκια.
Σε κοιτάει βρε χαζή, χαμογέλα του λίγο του παιδιού.Του παιδιού σκέφτηκε. Τον γιο της σκέφτηκε, που απολυόταν σε ένα μήνα. Άδικα και το τραπέζωμα στον Γραμματέα, άδικα και τα δωράκια, 5 μήνες Έβρο έκανε.

Να καθίσω στη παρέα σας, μια φωνή διέκοψε τη σιωπηρή της σκέψη. Έρχεστε συχνά εδώ κορίτσια?
Μα γιατί κάθισε, μα γιατί μιλά σε εμένα, σκέφτηκε.
Εγώ έρχομαι από καμιά φορά, είπε η Μαρία. Η φίλη μου πρώτη φορά.
Φυσικά, θα την είχα δει. Είσαι πολύ ωραία, το ξέρεις?

Τον κοιτούσε στα μάτια, κοιτούσε μια θάλασσα μέσα του.
Θέλεις να πάμε κάπου όμορφα, οι δυο μας?
Η φίλη μου, τι θα πει, ψέλλισε.
Η φίλη σου δεν έχει πρόβλημα. Θέλεις?
Θυμήθηκε τότε στη Θάσο το '88 (έχει ακόμα το μπλουζάκι και ας μη της κάνει), πως πλακώθηκε με τρεις Γιουγκοσλάβους που πήγαν να την πειράξουν. 'Αναψε και ένα τσιγάρο.

Το πράσινο ίμπιζα και οι ξανθές μπουκλίτσες


Ο Στέλιος ήταν καλή περίπτωση τυπά, πρώτος σε όλα. Ομορφόπαιδο ήταν, αρκετά στρέμματα είχε η οικογένεια, μπαλίτσα έπαιζε (εξτρεμάκι) στην ομάδα του χωριού και αυτοκίνητο σπορ αγόρασε. Ντούκου όλα τα λεφτά.Τελευταία, μετά την δουλειά, πηγαίνει σε ΙΕΚ, σπουδάζει Τεχνικός Δικτύων, κάτι τέτοιο. Του αρέσει πολύ η όλη φάση, όχι τόσο για το αντικείμενο αλλά την βρίσκει που ασχολείται με σπουδές, τώρα που πέρασε το Μωρό του στη Θεσσαλονίκη, στο Αριστοτέλειο.

Κυριακή βράδυ, καλοκαιράκι, είναι καλά στο χωριό. Ανοίξαν τα θερινά (του ξαδέρφου του είναι το καλύτερο), έρχεται κόσμος από τα γύρω χωριά, καμιά φορά και κοπέλες.
Όμως το μυαλό του Στέλιου δεν ήταν εκεί, δεν ήταν στο μπακάρντι που έπινε. Σκεφτόταν το Μωρό του, τις ξανθές μπουκλίτσες του.

Δεν ήθελε και πολύ, δεν είναι μακριά η Θεσσαλονίκη, παίρνει το αυτοκίνητο (το σπορ) και ξεκινάει. Ο δρόμος ήταν καρφί, πήγε από τον παράδρομο να γλιτώσει τα διόδια, πριν από τις δύο ήταν στη πόλη.Μπροστά στο κουδούνι, το Μωρό του δεν απαντά. Θα έχει βγει έξω και μου είπε ότι έχει διάβασμα. Δεν οργίστηκε. Δεν την πήρε στο κινητό, σκέφτηκε να την περιμένει έξω από το σπίτι. Θα ήταν και αυτό έκπληξη.
Περιμένοντας κοίταζε απέναντι ένα πράσινο Ibiza, κοίταζε το ζευγαράκι μέσα. . . βρέθηκε να κοιτάει το Μωρό του. Μέσα.

Γούρλωσε τα μάτια του, έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια του. Κάτω από τον συμπλέκτη. Τον τύπο δεν τον έβλεπε καλά, μάλλον ήταν ξαπλωμένος. Το Μωρό του όμως έκανε μια χαρακτηριστική κίνηση, πάνω κάτω το κεφάλι. Μια εμφανιζόταν, μια χανόταν οι μπουκλίτσες του.


Η οργή ξεχείλιζε, δεν ήξερε αν έπρεπε να ουρλιάξει, να κτυπήσει, δεν ήξερε τι να κάνει.
Έβαλε μπρος να φύγει. Σκεφτόταν.
Η καριόλα, σε εμένα έλεγε ότι δεν το κάνει αυτό, μόνο στον άντρα της θα το κάνει.
Τουλάχιστον δεν τον ανέβασε πάνω.

Έβγαλε τον Νινο από το Cd player και έβαλε Γονίδη. Μα ποτέ μη ξεχάσεις.

Εγώ έφερα στο νου ένα φίλο (respect) που λέει: τη γκόμενα που την περπατάς χεράκι χεράκι, κάποιος άλλος της βαράει τον πισινό.

Η Νίκη και ο Γιάρι


Η Νίκη τελείωσε το Γ. Λύκειο το 1992, ήταν καλή μαθήτρια, αλλά την εποχή οι Πανελλήνιες ήταν δύσκολη περίπτωση. Δεύτερη δέσμη βλέπετε, ήθελε ο πατέρας να την κάνει γιατρό. Η μητέρα δεχόταν, οριακά, να γίνει και φαρμακοποιός. Τελικά πέρασε στα ΤΕΙ Αισθητικός και αποφάσισε (ο πατέρας) να ξενιτευτεί.

Ξανθούλα, ανοικτόχρωμη, κοντούλα, τσαχπινούλα, έφυγε για να σπουδάσει στην Αγγλία. Κάτι καλό σπούδαζε, κάτι πιασάρικο, management and administration and education and cooperation. Κάτι τέτοιο.

Εκεί γνώρισε τον Γιάρι. Ο Γιάρι ήταν Εσθονός, από το Ταρτού, τη δεύτερη πόλη της χώρας του. Ψηλός, ξανθός και αυτός, Βίκινγκ, από καλή οικογένεια με προσβάσεις στο διπλωματικό σώμα παρακαλώ.
Γνωριστήκαν και αγαπηθήκαν. Σπούδαζαν στο ίδιο Πανεπιστήμιο (Διεθνείς Σχέσεις ο Γιάρι) δεν θέλει και πολύ το πράγμα. Η Ελληνίδα και ο Εσθονός, ωραίο ζευγάρι, ειλικρινά.
Με τον καιρό αποφάσισαν να σοβαρέψουν τη σχέση τους. Ο Γιάρι ήταν καλό παιδί, όλους τους προηγούμενους μήνες έκανε προσπάθειες και είχε μάθει κάτι τσάτρα πάτρα ελληνικά: Τι κάνετε, πως είστε, που είναι η κουζίνα, ο κήπος είναι ανθηρός κλπ.

Τυπική η Ελληνίδα η Νίκη τον κάλεσε να γνωρίσει τους δικούς της. Συνταξιούχος του Τ.Σ.Α. ο πατέρας, κιμπάρης και βαρύς. Οικιακά η μητέρα. Τον έφερε στη πόλη, στη γειτονιά, έξω ο κόσμος να δει τον γαμπρό. Μη σας μοιάζει περίεργο, μικρή η γειτονιά.

Πέρασα και εγώ, τυχαία, να πάρω μια φίλη για ένα ποτό.
Δεν ήταν έτοιμη και σκέφθηκα να κατέβω, και επί την ευκαιρία να δω και τον γαμπρό.
Δεν τον πρόλαβα, αντίθετα πρόλαβα την μητέρα της φίλης μου, καθόταν στην άκρη του δρόμου κρατούσε ένα άδειο ταψί και συζητούσε με δύο γυναίκες.Αφού χαιρέτισα ρώτησα, προσπαθώντας να το κάνω να φανεί τυπικό: Ήρθε ο γαμπρός του κυρ Τάσου, ο αρραβωνιαστικός της Νίκης? Καλό παιδί, πως σας φάνηκε?
Πλησιάζει στο αυτί μου, η γειτόνισσα, και μου λέει: Ρωσοπόντιος είναι.

Ένα μπουκάλι και μια ζεμπεκιά


Πριν από κάποια χρόνια (ούτε πολλά ούτε λίγα θα τα έλεγα), είχε καθιερωθεί Παρασκευή ξημερώματα να καταλήγουμε σε μπουζουξίδικο, σκυλάδικο θα το έλεγαν κάποιοι, κακεντρεχείς. Το εν λόγω βρίσκεται μετά την αερογέφυρα και τραγουδούσαν ονόματα πανθεσσαλονίκιας εμβέλειας όπως Τάσος Ζούμπας, Ηλίας Πασχάλης, Ανέτα Μαρμαρινού, Ρένα Βιολάντη κλπ.Μαζευόμασταν το λοιπόν από ροκάδικα και ρεμπετάδικα, γκόμενες και κουδούνια -ως σημείο συνάντησης είχαμε μπουγατσατζίδικο επί της Λαγκαδά.

Μπαίνοντας στο μαγαζί μας υποδεχόταν ο μετρ, καλτ φιγούρα με χαίτη αλά Μίρτσος. Η κωδική και συνάμα κομβική ερώτησή του ήταν η εξής: Τι θα πιούμε παιδιά? Ανάλογα με την απάντηση κέρδιζες πόντους τόσο στην εκτίμηση του μετρ, όσο και σε απόσταση από την πίστα. Προσβασιμότητα.
Αν έλεγες, κανένα ποτάκι φίλε, η θέση σου ήταν γαλαρία, πισω πίσω. Αν η απάντηση ήταν, καμιά φιάλη θα μας φέρεις, σε έβαζε στα μπροστινά τραπέζια. Το ιδανικό ήταν να πεις, κάτι σπέσιαλ. Τότε, αν υπήρχαν διαθέσιμα, καθόσουν σε τραπέζι δίπλα στη πίστα.

Αρκετά από αυτά τα τραπέζια, τα δίπλα στη πίστα, τα κρατούσαν για τους μόνιμους πελάτες. Τους καλούς. Ένα τέτοιος είναι και ο άνθρωπός μας. Έφθανε, κάθε Παρασκευή, στις 5 και μισή. Το τραπέζι τον περίμενε. Του έφερναν ένα μπουκάλι Ντιμπλ, με τα σχετικά: φρουτάκι, ξηροκάρπιο, κόλες, σόδες.
Φορούσε, πάντα, μια φόρμα εργασίας, μπλε, που έγραφε με κίτρινα γράμματα: Ηλεκτρολόγος Αυτοκινήτων Ο ΗΛΙΑΣ. Είχε και τηλέφωνο από κάτω. Δεν ξέρω αν ήταν ο ίδιος ο Ηλίας, ξέρω ότι ήταν ο άρχοντας της ώρας του. Σύντομα στο τραπέζι του περιφερόταν οι ανθυποτραγουδίστριες που μόλις είχαν τελειώσει το πρόγραμμα τους. Της κερνούσε ουισκάκι, συχνά παράγγελνε και κανένα σουβλάκι από έξω.
Χόρευε μια ζεμπεκιά, το Κατεδαφίζεται του Καρρά.

Πλήρωνε, το ποτό, τα σουβλάκια, και τα αρκουδάκια που έπαιρνε δώρο. Ποτέ λουλούδια, ποτέ φωτογραφίες. Και κατά της 6 και κάτι, έφευγε.
Λέγαμε, τότε, με μια δόση ζήλιας είναι η αλήθεια, ότι έχει πει στη γυναίκα του πως τα Σαββάτα πιάνει δουλειά πιο νωρίς, στις έξι. Και προλαβαίνει τσίμα τσίμα τη ζεμπεκιά του. Εγώ σκεφτόμουν ότι σίγουρα θα γυρίσει νωρίς το μεσημέρι στο σπίτι, να φάει με τα παιδιά του φακές ή φασόλια, που όπως λέν οι γραμματιζούμενοι είναι και θρεπτικά.

Αφρός ξυρίσματος


Είπα να πιω και εγώ ένα Perrier σε γνωστό, σχετικά, μπαρ-καφέ της πόλης μας. Για χθες το βράδυ.

Δίπλα ήταν δύο κοπέλες, συμπαθητικές θα έλεγα, με μια τάση να αισθάνονται ότι είναι στο κόσμο τους. Το κλασικό ξέρω γω των δυτικών συνοικιών, εικόνα γνωστή στους παροικούντες. Σε τούτα τα μέρη βρίσκεσαι δίπλα σχεδόν με την άλλη παρέα και χωρίς να το θες ακούς τη συζήτηση τους.Δεν ξέρω κατά πόσο οι νεαρές ακούγαν την ανάλυσή μου για τον αυριανό αγώνα. Εγώ πάντως τις άκουγα επί μια και πλέον ώρα να συζητούν για φούστες, παπούτσια και βαφές φρυδιών.

Το σχολίασα αυτό, μάλλον με δόση ειρωνείας, στο θυμόσοφο συνάδελφό μου. Η απάντησή του: Φίλε, μη τις κρίνεις. Σκέψου να μην είχαμε να συζητήσουμε για ποδόσφαιρο και γκόμενες. Τώρα θα μιλούσαμε, για πουκάμισα και για αφρούς ξυρίσματος.

Καρπουζάκι με τυρί


Υπομονετικά ανέμενα να περάσει η ώρα. Κάτι είχε παιχτεί, κάτι θα παιζόταν, κάτι με προβλημάτιζε.

Καλοκαίρι, αρχές δεκαετίας του '90. Στα παραθαλάσσια θέρετρα της Β. Ελλάδας, το Σαββάτο ήταν σημαντική ημέρα. Η μητέρα όλων των μαχών. Ψάχναμε για καθαρό τι σερτ, μπλου τζιν, ανοίγαμε το κουτάκι με τα προφυλακτικά και πετούσαμε το ένα, και καλά ότι το χρησιμοποιήσαμε (έλα ρε φίλε, με την Τσέχα που χόρευε στην πίστα, ναι ναι αυτή, έφυγες και δεν με πρόλαβες μαζί της).
Η ώρα περνούσε και περίμενα την παρέα. Είχα βάλει και τη κολόνια τη Κόστα Μπράβα (respect), θεωρούσα ότι ήμουν έτοιμος για τη μεγάλη βραδιά. Κινητά δεν υπήρχαν, ακόμα και τα σταθερά δεν ήταν δεδομένα σε όλα τα σπίτια. Βασικά δεν υπήρχε καν η έννοια του σταθερού.

Περίμενα, περίμενα, η ώρα περνούσε κι άλλο. Εκεί που έμενα ήταν κανένα μισάωρο περπάτημα από τη Ντίσκο, και αν κατέβαινα με το ποδήλατο, δεν θα είχα που να το αφήσω. Σκέφτηκα, να πάω μέχρι το σπίτι ενός παιδιού από την παρέα, δεν ήταν μακριά. Η μητέρα και ο πατέρας του ήταν στο μπαλκόνι, τρώγανε καρπούζι με τυρί. Μου είπαν ότι ο φίλος είχε φύγει μαζί με τα άλλα παιδιά, τους είχαν πάρει κάποιες κοπέλες με το αυτοκίνητο. Μου είπαν αν ήθελα να τσιμπούσα λίγο καρπουζάκι. Αλλά δεν είχα όρεξη.

Το Γυμναστήριο


Κάποια στιγμή βρέθηκα και εγώ εγγεγραμμένος σε ένα γυμναστήριο. Συνοικιακό, βέβαια, με τα θετικά και τα αρνητικά του πράγματος.

Τα ντουβάρια ήταν γεμάτα με ιλουστρασιόν φωτογραφίες μυωδών ανδρών αλλά και γυναικών. Αναγνώρισα ορισμένους που είχαν μια κάποια κινηματογραφική παρουσία όπως τον Σβατζενέιγκερ, τον Στηβ Ρηβς, τον Λου Φερίνο. Για τους άλλους μη τα ρωτάτε.
Αρκετές φωτογραφίες ήταν κομμένες από ανάλογα περιοδικά και διαφήμιζαν συμπληρώματα διατροφής και λοιπά τινά. Μια από αυτές είχε έναν άγνωστο σε εμένα κύριο, ο οποίος επιδείκνυε τα μπράτσα του υποβοηθούμενος από δύο όχι και τόσο νεαρές, μα υπερβολικά μυώδεις, δεσποινίδες. Διαφήμιζε ένα προϊόν, προβάλλοντας συν τοις άλλοις και κάποιο τίτλο που είχε κερδίσει. Master of Universe, Master of Puppets, κάτι τέτοιο.

Η έκπληξη ήταν ότι ο εν λόγω είχε και ένα κειμενάκι από κάτω του, ένα απόφθεγμα δικό του: Ευτυχία είναι η εκπλήρωση του στόχου με την λιγότερη δυνατή προσπάθεια.

Η κοπέλα με τα φυλλάδια


Πήγα να πάρω ένα φίλο για καφέ. Περιμένοντας κάτω από το σπίτι του, διπλοπαρκαρισμένος και με τα αλάρμ να παίζουν, παρατηρούσα τον κόσμο που κινούνταν μάλλον νωχελικά. Μεσημεράκι.

Μια κοπέλα που μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια πόρτα πόρτα (όσο μπορούσα να καταλάβω ήταν κάποιου υπερμάρκετ), μου τράβηξε την προσοχή.
Πέρασε από δίπλα μου, είχα ανοίξει και το παράθυρο του αυτοκινήτου και άκουγα ραδιόφωνο. Αθλητικά.
Ήταν αρκετά ηλιοκαμένη, μάλλον από το περπάτημα στους δρόμους της πόλης, ελαφρά ντυμένη, με ένα αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη.
Την παρακολούθησα διακριτικά στο καθρεφτάκι. Μέχρι που την έχασα.

Θα μπορούσε να πάει το βράδυ στον Όμιλο, στο Σαρκ, στο Ιντέρνι και να λέει σε όσους την περιτριγυρίσουν για το σολάριουμ που κάνει, ώστε να είναι έτοιμη για το νησάκι. Στον τύπο που την φλερτάρει θα πει ότι δουλεύει ως υπεύθυνη διαφημιστικού τμήματος μεγάλης πολυεθνικής. Στις φίλες της γνωστής της δεν θα πει τίποτα για τα ρούχα από τα Σπρίντερ, έτσι κι αλλιώς από τη Τσιμισκή θα πει ότι ψωνίζει.

Τα χαράματα θα περιμένει το πρώτο λεωφορείο για να τη γυρίσει στο σπίτι της, Πάλι δεν βρήκε κάποιον που να της άξιζε. Θα μπει μέσα πολύ προσεκτικά για να μη ξυπνήσει μαμά, μπαμπά, γιαγιά και τις δύο μικρές αδερφές. Τον παππού τον έχασε πριν από 4 μήνες, μα πάντα τον θυμάται να την περιμένει όταν γύριζε νωρίς το πρωί.