
Έκλεισε τα μάτια του και έκανε να κοιμηθεί. Γύρω του φωνές, ακτίδες, σκιές. Τα ξενοδοχεία της επαρχίας ήταν το δεύτερο σπίτι του. Ίσως και το πρώτο.
Συλλογιζόταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει την τύχη του, την ατυχία του καλύτερα. Κάθε φορά που γνώριζε κάποια θα τον ρωτούσε αν ήταν παντρεμένος. Λες και το μυριζόταν από χιλιόμετρα πέρα.
Βέρα δεν φορούσε ποτέ, μα αν τον ρωτούσαν δεν μπορούσε να πει ψέματα. Είμαι, έλεγε και έφευγε. Η άλλη.
Αρκετά χρόνια δούλευε ως Ιατρικός Επισκέπτης. Πλασιέ φαρμάκων ήταν, αλλά ακουγόταν καλύτερα αυτό το Ιατρικός. Έτσι βρέθηκε άλλη μια φορά στην επαρχία. Γυρνούσε όλο το πρωί τα ιατρεία του νομού, ξεκουράστηκε όσο ήταν αυτό δυνατόν στο φτηνό ξενοδοχείο, είδε μια ταινία στο PAY TV και το βράδυ είπε να πιει ένα ποτό. Φόρεσε σπορ ρουχαλάκια, τον είχαν κουράσει τα κουστούμια που τον ανάγκαζε να φορά η εταιρία. Οι γραβάτες και όλοι αυτοί οι γιατροί που τον είχαν στο περίμενε. Ένα ΔΙΚΑΤΣΑ μακριά από την επιτυχία. Μια Παθολογία. Πόσο τον κούρασε αυτή η Παθολογία.
Πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του, όλα καλά να της πει, πόσο δύσκολα είναι μακριά της να της πει.
Η πόλη ήταν ωραία (δεν είχε ξαναέρθει), η πλατεία δεν ήταν και μεγάλη, είχε και φοιτήτριες, παντού φοιτήτριες. Διάλεξε ένα μπαράκι με σχετικό συνωστισμό.
Μια χαμογελαστή κοπέλα, φοιτήτρια και αυτή θα ορκιζόταν, του πήρε παραγγελία.
Το βλέμμα του δεν το πήρε. Το είχε πάρει ήδη μια μελαχρινή, σαν οπτασία, από την άκρη του μπαρ.
Το είχε αποφασίσει για σήμερα, θα έκανε ότι έπρεπε. . .
Του χαμογέλασε και αυτός έφυγε προς το μέρος της.
Γιώργος, είπε.
Χάρηκα, Στέλλα.
Από εδώ είσαι Στέλλα? Επανέλαβε το όνομα της, μάλλον για οικειότητα.
Όχι Γιώργο, είμαι φοιτήτρια, λέω να τελειώνω φέτος. Νομική. Εσύ?
Εγώ είμαι Ιατρικός Επισκέπτης. Από την Αθήνα είμαι.
Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
Δουλεύω σε πολυεθνική και με έστειλε εδώ για να κλείσω κάποιες μεγάλες δουλείες.
Γιώργο! Τον κοίταξε στα μάτια. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Είσαι παντρεμένος?
Σαν να τον κτύπησε ρεύμα. Μας πως ήταν δυνατό, έχει καμιά ταμπέλα πάνω του. Ήταν δυνατόν η δεύτερη ερώτηση της να είναι αυτή. Δεν μπορεί να συμβαίνει. Αλλά ήταν αποφασισμένος αυτή τη φορά. . .
Όχι, πως σου ήρθε αυτό, είπε και χαμογέλασε.
Κρίμα Γιώργο, μου αρέσουν οι παντρεμένοι. Προσφέρουν τόσα και δεν έχουν απαιτήσεις. Απλά μου το έβγαλες κάπως.
Θέλησε να πει μια κουβέντα. Τη γνωστή τελευταία κουβέντα, αυτή που όταν δεν τη λες σκέφτεσαι ότι έπρεπε να την πεις και όταν τη λες αναρωτιέσαι γιατί το έκανες.
Σε χαιρετώ Γιώργο, τον σταμάτησε. Καλή διαμονή στη πόλη μας.
Έφυγε.
Συλλογιζόταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει την τύχη του, την ατυχία του καλύτερα. Κάθε φορά που γνώριζε κάποια θα τον ρωτούσε αν ήταν παντρεμένος. Λες και το μυριζόταν από χιλιόμετρα πέρα.
Βέρα δεν φορούσε ποτέ, μα αν τον ρωτούσαν δεν μπορούσε να πει ψέματα. Είμαι, έλεγε και έφευγε. Η άλλη.
Αρκετά χρόνια δούλευε ως Ιατρικός Επισκέπτης. Πλασιέ φαρμάκων ήταν, αλλά ακουγόταν καλύτερα αυτό το Ιατρικός. Έτσι βρέθηκε άλλη μια φορά στην επαρχία. Γυρνούσε όλο το πρωί τα ιατρεία του νομού, ξεκουράστηκε όσο ήταν αυτό δυνατόν στο φτηνό ξενοδοχείο, είδε μια ταινία στο PAY TV και το βράδυ είπε να πιει ένα ποτό. Φόρεσε σπορ ρουχαλάκια, τον είχαν κουράσει τα κουστούμια που τον ανάγκαζε να φορά η εταιρία. Οι γραβάτες και όλοι αυτοί οι γιατροί που τον είχαν στο περίμενε. Ένα ΔΙΚΑΤΣΑ μακριά από την επιτυχία. Μια Παθολογία. Πόσο τον κούρασε αυτή η Παθολογία.
Πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του, όλα καλά να της πει, πόσο δύσκολα είναι μακριά της να της πει.
Η πόλη ήταν ωραία (δεν είχε ξαναέρθει), η πλατεία δεν ήταν και μεγάλη, είχε και φοιτήτριες, παντού φοιτήτριες. Διάλεξε ένα μπαράκι με σχετικό συνωστισμό.
Μια χαμογελαστή κοπέλα, φοιτήτρια και αυτή θα ορκιζόταν, του πήρε παραγγελία.
Το βλέμμα του δεν το πήρε. Το είχε πάρει ήδη μια μελαχρινή, σαν οπτασία, από την άκρη του μπαρ.
Το είχε αποφασίσει για σήμερα, θα έκανε ότι έπρεπε. . .
Του χαμογέλασε και αυτός έφυγε προς το μέρος της.
Γιώργος, είπε.
Χάρηκα, Στέλλα.
Από εδώ είσαι Στέλλα? Επανέλαβε το όνομα της, μάλλον για οικειότητα.
Όχι Γιώργο, είμαι φοιτήτρια, λέω να τελειώνω φέτος. Νομική. Εσύ?
Εγώ είμαι Ιατρικός Επισκέπτης. Από την Αθήνα είμαι.
Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
Δουλεύω σε πολυεθνική και με έστειλε εδώ για να κλείσω κάποιες μεγάλες δουλείες.
Γιώργο! Τον κοίταξε στα μάτια. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Είσαι παντρεμένος?
Σαν να τον κτύπησε ρεύμα. Μας πως ήταν δυνατό, έχει καμιά ταμπέλα πάνω του. Ήταν δυνατόν η δεύτερη ερώτηση της να είναι αυτή. Δεν μπορεί να συμβαίνει. Αλλά ήταν αποφασισμένος αυτή τη φορά. . .
Όχι, πως σου ήρθε αυτό, είπε και χαμογέλασε.
Κρίμα Γιώργο, μου αρέσουν οι παντρεμένοι. Προσφέρουν τόσα και δεν έχουν απαιτήσεις. Απλά μου το έβγαλες κάπως.
Θέλησε να πει μια κουβέντα. Τη γνωστή τελευταία κουβέντα, αυτή που όταν δεν τη λες σκέφτεσαι ότι έπρεπε να την πεις και όταν τη λες αναρωτιέσαι γιατί το έκανες.
Σε χαιρετώ Γιώργο, τον σταμάτησε. Καλή διαμονή στη πόλη μας.
Έφυγε.
1 comment:
Αν συνεχισει να ψαχνεται
κατι θα του κατσει...
Το θεμα ειναι γιατι ολο αυτο;
Ματαιοτητα
Post a Comment