Thursday, August 30, 2007

Κρίμα ρε γαμώτο...

Ρε Μάνα, κλείσε την τηλεόραση. Με ζάλισες από το πρωί.

Στα 30 του ο Πετράκης έμενε με τους γονείς του, σε ένα ρετιρεδάκι στη Νεάπολη.
Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τα μαθήματα, με τις γυναίκες, με τη δουλειά, και με πολλά άλλα τινά.
Ο πατέρας του ήταν υδραυλικός και εκεί δίπλα του, από κοντά, κούτσου κούτσου, την έμαθε την τέχνη. Δεν δούλευε πολύ, ίσα για να μη φωνάζει ο πατέρας του, ίσα για να μη ζητά ακόμα χαρτζιλίκι. Κούτσου κούτσου.

Είχε πάρει την άδεια του αργά τον Αύγουστο, δεν είχε να πάει και πουθενά, το σαββατοκύριακο που πέρασε βολτάρισε στο αυθαιρετάκι στη Χαλκιδική, μακριά από τον κόσμο. Αυτό ήταν και όλο. Το απόγευμα της Κυριακής που γύρισε σπίτι, έπεσε για αμέσως για ύπνο με πρόγραμμα συνεχίσει τη σιέστα του ως το μεσημέρι της Δευτέρας. Αλλά η μητέρα του με την τηλεόραση στο τέρμα τον ενοχλούσε.

Τι βλέπεις ρε μάνα, αμάν, κλείστην.
Βρε σήκω να δεις, καίγεται η Ελλάδα! Οι αλήτες την έκαψαν.
Ποιοι ρε μάνα, τι λες.

Σηκώθηκε ο Πετράκης, είδε με ανοικτό το στόμα τις φωτιές που έκαιγαν. Παντού φωτιές, φωνές, δημοσιογράφοι.
Που είναι αυτό ρε Μάνα, που είναι η Ζαχάρω?
Στη Πάτρα πρέπει να είναι, στη Πελοπόννησο, αποκρίθηκε η μητέρα του.
Α! Για τη Χαλκιδική? Άκουσες τίποτα?
Τίποτα, ευτυχώς τίποτα.
Σα να ηρέμησε κάπως. Έβλεπε με το πρόσωπο χωμένο μέσα στα χέρια του, και μονολογούσε.
Απίστευτο, τόσοι νεκροί, απίστευτο. Κρίμα ρε γαμώτο.
Ρε ποιοι το κάνουν?
Οι αλήτες, οι πυρομανείς και οι οικοπεδοφάγοι.
Μπορεί να είναι και ξένοι ρε μάνα. Απίστευτο, επαναλάμβανε διαρκώς.

Σε μια στιγμή κτύπησε το κινητό του.
Απόκρυψη! Το σήκωσε κάπως προβληματισμένος. Ήταν ο φίλος του ο Νικόλας. Δεν είχε και πολλούς φίλους, αλλά ο Νικόλας ήταν σταθερή αξία.
Τι έγινε ρε, γιατί βγάζει απόκρυψη το κινητό σου, τι βρομιά έκανες πάλι. Ύποπτος. Πότε θα σε πάρει χαμπάρι η άλλη...
Βλέπεις τι λένε στη τηλεόραση ρε, νεκροί και φωτιές, άσε έχω στεναχωρηθεί ρε συ.
Να πάμε για καφέ, τι ώρα? ΟΚ, θα περάσεις εσύ? Άντε να δούμε μήπως και γεμίσει η πόλη, να δούμε και κανένα κορμί.


Μάνα, πάω για καφέ, μπορεί να τσιμπήσω και κάτι.
Να γυρίσεις νωρίς, έκανα γεμιστά με κιμά. Για σένα τα έκανα!

Δεν απάντησε. Ετοιμάστηκε, φόρεσε ένα σιδερωμένο τζινάκι και ένα ασιδέρωτο πουκάμισο
Περίμενε και μονολογούσε.
Κρίμα ρε γαμώτο.