
Ήταν λίγο γεμάτη, ήταν λίγο πάνω από τα 40. Όχι πολύ, μα αρκετά για να της χαλάει τη διάθεση.
Ο άντρας της όλο γκρίνιαζε, δεν είσαί όπως όταν σε γνώρισα, θυμάσαι πως ήσουν τότε στη Θάσο. Τότε, όμως, ήταν 22, το φαντάζεσαι, 22!
Είχε φύγει πάλι ο άντρας της, πάλι για ψάρεμα, πάλι με εκείνο τον εκνευριστικό τον φίλο του, πάλι μόνη Σαββάτο βράδυ.
Έτσι, όταν ήρθε η πρόταση για ένα ποτό (ένα αθώο ποτό στο κάτω κάτω), ένα ποτό με μια παλιά φίλη, δεν είχε λόγους να αρνηθεί. Ένα ποτάκι.
Δεν ήξερε ούτε καν να παραγγείλει. Ένα χυμό, πήγε να πει, την αγριοκοίταξε η φίλη της. Ένα B52 τότε, ένα μπλου κορακάου με σπραιτ, οτιδήποτε βρε Μαρία. Για την παρέα ήρθα, λίγο θα κάτσουμε, έτσι?
Δύο τεκίλες κίτρινες σε χαμηλό με λίγο πάγο, πρόλαβε η φίλη.
Και ήρθαν τα πρώτα σφηνάκια, τα πρώτα γελάκια.
Σε κοιτάει βρε χαζή, χαμογέλα του λίγο του παιδιού.Του παιδιού σκέφτηκε. Τον γιο της σκέφτηκε, που απολυόταν σε ένα μήνα. Άδικα και το τραπέζωμα στον Γραμματέα, άδικα και τα δωράκια, 5 μήνες Έβρο έκανε.
Να καθίσω στη παρέα σας, μια φωνή διέκοψε τη σιωπηρή της σκέψη. Έρχεστε συχνά εδώ κορίτσια?
Μα γιατί κάθισε, μα γιατί μιλά σε εμένα, σκέφτηκε.
Εγώ έρχομαι από καμιά φορά, είπε η Μαρία. Η φίλη μου πρώτη φορά.
Φυσικά, θα την είχα δει. Είσαι πολύ ωραία, το ξέρεις?
Τον κοιτούσε στα μάτια, κοιτούσε μια θάλασσα μέσα του.
Θέλεις να πάμε κάπου όμορφα, οι δυο μας?
Η φίλη μου, τι θα πει, ψέλλισε.
Η φίλη σου δεν έχει πρόβλημα. Θέλεις?
Θυμήθηκε τότε στη Θάσο το '88 (έχει ακόμα το μπλουζάκι και ας μη της κάνει), πως πλακώθηκε με τρεις Γιουγκοσλάβους που πήγαν να την πειράξουν. 'Αναψε και ένα τσιγάρο.
No comments:
Post a Comment